Ήταν μια μιγαλουκουπέλα ,δε παντρεύκει στουν κιρό τ΄ς δεν έκανει πιδιά κι πιρνούσει ντ΄ν μέρα τ’ς μι τσ΄ γάτ΄κι τσι σκύλ. Λουλάθκει ντιπ. Τάιζει κι πότζει ούλα τα κουπρόσκλα τ΄ χουργιού. Άμα κρύγιουνει τα μάντριζει κι μέσα στου σπίτ΄.
Αυτό μι τσι σκύλ΄ νιβρίαζει τ’σ γειτόν γιατί μαζεύουνταν ζντ΄ν γειτουνιά κι πιριμέναν του σισίτιου. Ούλ΄ ντ΄ν νυχτιά γαυγουμαχούσαν κι δεν αφήναν ντουν κόσμου να κμοιθεί κι να σκουθεί του προυί ξικούραστους να πάει ζντη δλεια τ’. Άσει που γέμ΄ζει σκατό ου τόπους του πατούσαν οι ανθρώπ΄ κι λιρώναν τα σπίτια ντουν. Του κακό είχει παραγίν αλλά δεν μπουρούσεις να ντ΄ν πεις κι τίπουτα γιατί άμα σι έπιανει στου στόμα τ΄ς θα σι άκγιει ούλου του χουργιό.
Μια μέρα πουφάνκει ένα σκλουδ’ κι αυτήν μόλις του είδει του πιρχάρκει, του καλόπιασει , του τάισει κι αυτό βρήκει ντου τόπου τ’ κι πόμνει εικεί όξου απ’ ντ΄ν πόρτα τ΄ς.
Του ζόρ΄ήταν ότι αυτό του σκλούδ’ ήταν πουλύ αρσίζκου κι γαβγουμαχούσει μέρα νύχτα κι μούντιρνει όποιουν πιρνούσει απ΄του σουκάκ.
Μια γειτόνσα , η θεια Κατίνα, ντ΄ν ανέφκει του άιμα στου κιφάλ΄. Κμούνταν κι ξειπνούσει μι ντου σκύλου να γαβγουμαχεί.
Σκέφκει να ντουν αρχίσ΄ τσ΄ πιτριγές αλλά σι λέει πού θα πάου απ΄ ντ΄ λουλή…
Κι εικεί ντ΄ν ήρτει στου μυαλό τ΄ς ένα σκέδιου….
Άρχισει να καλουπιάν στου σκλουδ να του ταΐζ’ να του πιρχέριτει , να του καλουπιάν κι εικείνου ήταν με ζτ’ν χαρά κι κάθι φουρά απ΄του ΄φωναζει έτριχει κι κνούσει ντ’ ουρά τ’.
Η γειτόνσα χαίρουταν κι αυτή απ΄ ντ΄ν έβλιπει να καλουπιάν κι να ταΐζ΄του σκλουδ.
Έτσ΄ λοιπόν άρχισει να ντ΄ν καλουμιλά εικεί απ΄δεν ήθιλει ούτι να ντη βλέπ΄….
Μι ντου κιρό γίναν φιλινάδεις κι πίναν κι κανέ καφέ…
Μιτά του Πάσκα απ΄δεν νιστέυαν έγινει του κάλισμα.
“Γτόνσα μι φέραν έναν λαγό για πισκέσ κι ντ΄ Κυριάκή του μισμέρ΄να έρτς να φάμ . Θα ντου κάνου στιφάδου.
Έτσι κι γίνκει. Πίγει κι μια πίτα για πισκέσ΄ φάγαν καλά καλά κουβέντιασαν κι ήρτειη ώρα να φύγ΄.
Η καλεσμέν΄ έφαγει του στιφάδου κι του φχαριστήθκει. Ήταν καλουμαγειριμένου κι μουσκουβουλούσει μια τα κρυμμύδια κι τα μπαχάρια τ΄.
Η νκουκυρά έφαγει μον΄ ντ΄ν πίτα , αλλά ντ΄ν άλλ΄ούτι που ντ΄ν ένοιαξει. Σκέφκει :”Θέλ΄να τμήσ΄κι να μι δειξ΄ ντ΄ν άρισει.
Η καλισμέν΄ μαζειψει τά κόκκαλα για να ταΐσ΄του σκλούδ. Ήπιαν ντουν καφέ, φλιθίκαν κι απουχιρητιστήκαν.
Η λουλή μι του που βγήκει όξου άρχισει να φουνάζ΄του σκλούδ΄για να του ταΐσ΄ αλλά του σκλούδ΄ άφαντου. Φώναξει , ξαναφώναξει:
“Κούτου, κούτου…..κούτου, κούτου….” τίπουτα…..” (Ικίνα τα χρόνια τσι σκύλ΄ τσ΄ φώναζαν “κουτου, κούτου” για να έρτειν κι να τσ΄ ταΐσειν, όπους φουνάζουμ΄ τσ΄ γάτ΄ “ψι, ψι ,ψι”‘
Η γειτόνσα απ΄μαγείριψει, έβλιπει ντ΄ν λουλή να να πηγάιν΄ σαπάν σακάτ κι να φουνάζ΄του σκλουδ΄ :
“Κούτου, κούτου….κούτου, κούτου”.
Κι ικείν. ντ΄΄ν ώρα είπει :
“Κούτου , κούτου έφαγεις, κούτου κούτου γειρεύς…”
Ντ΄ν προυηγούμιν μέρα είχαι φουνάξ του σκλούδ, να του ταΐσ΄ πίσου απ΄ του σπίτ΄ στου στινό για να μι ντη διει κανένας, του έδουκει μια παλκιά , του έγδαρει κι του έκανει στιφάδου….
.