ΟΙ ΣΤΟΙΧΗΝΕΙΣ
Σύμφουνα μι αυτά που ακσα απ? τ΄γιαγιά μ κι ντου πάππου μ?, οι στοίχηνεις ήταν γναίκεις ισα μι τρία μέτρα ψλές κι γυρνουκουπούσαν στα βνα κι άμα έβρισκαν κανέ αγουρούδ του επιρναν μαζί ντουν κι του έχανι η μάνα τ?. Γινικά τσ΄άριζι να λουλένειν τ΄αρσινκά?. Δυο πράματα φουβούνταν: του μπαρούτ κι να βλέπειν τ΄αχαμνα απ? τσ ?αντρις?
Μια μέρα λοιπόν ου πάππουσιμ ου Μαυριδής πήγι στ΄Χαλατσούκα να βγάλ? κουκκνόχουμα να χρής καμιά πιζούλα. Είχει κι τουν μπούγκλου τ? γιμάτουν τσίπρου στου κόρφουτ κι που κι που έπνι καμιά γουργουλιά?.
Εικεί απ΄γέμζι τα κουφίνια μι του κουκκνόχουμα βλέπ΄ τρεις γναίκις ίσα μι τρία μέτρα ψλές να ντουν γνέφειν κι να ντουν φουνάζειν: «Μαυριδηηηηηή έλααααα?.
Αμάν λέει, οι στοίχηνεις ?Μαρίγια μι χάνς?.ντουν ήρτει να λουλαθεί απ? ντουν φόβου τ?αλλά δεν τά χασει κι σκέφκει: Τφέκ δεν έχου μαζί μ? για να τφικίσου να μυρίσειν του μπαρούτ κι να φύγειν κι τν ώρα απ΄είχαν ζγώσ κι κάναν να ντου πιάσειν κατβάζ του πατιλόνι τ΄κι του σώβρακου τ΄ κι οι Στοίχηνις γίναν άρατεις?.
Έτσ΄μι τα είπει ου πάπουσιμ κι ετσ΄θα έν!