Οι στοίχηνεις…

ΟΙ ΣΤΟΙΧΗΝΕΙΣ

Σύμφουνα μι αυτά που ακσα απ? τ΄γιαγιά μ κι ντου πάππου μ?, οι στοίχηνεις ήταν  γναίκεις ισα μι τρία μέτρα ψλές κι γυρνουκουπούσαν στα βνα κι άμα έβρισκαν κανέ αγουρούδ του επιρναν μαζί ντουν κι του έχανι η μάνα τ?. Γινικά τσ΄άριζι να λουλένειν τ΄αρσινκά?.  Δυο πράματα φουβούνταν: του μπαρούτ κι  να βλέπειν τ΄αχαμνα απ? τσ ?αντρις?

Μια μέρα λοιπόν ου πάππουσιμ ου Μαυριδής πήγι στ΄Χαλατσούκα να βγάλ?  κουκκνόχουμα να χρής καμιά πιζούλα. Είχει κι τουν μπούγκλου τ? γιμάτουν τσίπρου στου κόρφουτ κι που κι που έπνι καμιά γουργουλιά?.

Εικεί απ΄γέμζι τα κουφίνια μι του κουκκνόχουμα βλέπ΄ τρεις γναίκις ίσα μι τρία μέτρα ψλές να ντουν  γνέφειν κι να ντουν φουνάζειν: «Μαυριδηηηηηή έλααααα?.

Αμάν λέει, οι στοίχηνεις ?Μαρίγια μι χάνς?.ντουν ήρτει να λουλαθεί απ? ντουν φόβου τ?αλλά δεν τά χασει κι σκέφκει: Τφέκ δεν έχου μαζί μ? για να τφικίσου να μυρίσειν του μπαρούτ κι να φύγειν κι τν ώρα απ΄είχαν ζγώσ κι κάναν να  ντου πιάσειν κατβάζ του πατιλόνι τ΄κι του σώβρακου τ΄ κι οι Στοίχηνις γίναν άρατεις?.

Έτσ΄μι τα είπει ου πάπουσιμ  κι ετσ΄θα έν!

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *