Ου κατβάιλας κι ου κατβαϊλάς

Όπους λέει κι η ιπικιφλίδα αουπάν άλλου πράμα έν ου κατβάιλας κι άλλου πράμα εν ου κατβαϊλάς. Για παμ’ μι ντ’ν σειρά να τα ιξιτάσουμ. Στα παλιά τα χρόνια κάθι σπίτ’ είχει κι ντου γάτου τ’. Όχ’ σα νι τώρα απ΄ τσ’ γάτ΄τσ’ μνουχίζειν κι τσ’ ‘εχειν στα σαλόνια σα μπιμπιλά. Ου γάτους ήταν σπουδαίου πράμα για του σπίτ. Δεν άφνει μπουτκό για μπουτκό κι φίδ’ για φίδ’.

Οι ανθρώπ’ ικείνα τα χρόνια πάλιυαν μι ντ΄ν γης κι μι τα ζα για να γιμίσειν πράμματα τα κατώγια ντουν κι να βγάλειν ντουν χμώνα. Να οι αρμαθιές τα κρυμμύδια, τα σκόρδα, τα ρόδια, τα σύκα τα πστάδια, οι αλατουειλές, οι πατάτεις, τα ξηρά φασούλια, τα κκιά, τα φλιμάρια, τα τυριά , τα ρακιά, τα κρασά κι του ποιο σπουδαίου απ΄ούλα του λαδ’ κι πουλλά άλλα. Τότι απ’ ντουν μπακάλ’ λίγα πράματα ίπιρναν. Λιγου πιτρέλειο για ντ’ν γκαζόλαμπα, λίγου ζάχαρ, κανέ τσιγάρου οι άντρεις (τότι όποιους δεν κάπνιζει δεν ήταν άντρας) καμιά κλουστή καμιά βιλόν΄ άντι κι κανέ τσφαλ’ αλεύρ’….

Οι ανθρώπ΄κάναν μιγάλουν κόπου για να μι τσ’ κοψ’ η πέινα ντου χμώνα. Σκιφτείτει τώρα να γέμζει του κατώι μπουτκιοί. Θα ήταν μιγάλου κακό. Γι΄αυτό λέου ου γάτους ικείνα τα χρόνια ήταν πουλύ σπυδαίου πράμα.

Κάθει σπίτ’ λοιπόν έιχει ντουν κατβάϊλα τ’. Αυτός ήταν μια τρύπα δίπλα απ’ ντ’ν πόρτα για να μπουρεί ου γάτους να μπινουβγαίν κι να κυνηγά τσ΄ μπουτκιοί. Πότει έμπινει πότι έβγινει χαμπάρ δεν ντουν ίπιρνεις.

Ου κατβαϊλάς όμους δεν εν τρύπα. Έν άνθρουπους. Όπους ου γάτους μπινουβγαίν’ στου σπιτ’ κι κανένας δεν ντουν βλέπ’ έτσ κι ου κατβαϊλάς τρυπών’ κάν’ ντη δλειά τ’ κι του δίν’ δρόμου χουρίς να ντουν καταλάβειν. Ποια εν η δλειά τ’ ; Η δλειά δεν έν καλή κι άμα ντουν πάρειν χαμπάρ κλείνειν τα σπίτια.

Είχα ακούσ μια ιστουρία απού μια θεια μ΄ απ΄ένας άντρας ήταν κάθει βράδ’ κδουν απ΄τα ρακιά κι κμούνταν όπ’ έβρισκει: μια στου χαγιάτ , μια στου φουρναριό, ,μια στου κατώι μαζί μι τα ζα. Η καημένη η γναίκα τ’ είχει λαχταρήσ΄ ντουν άντρα τσ’ αλλά ικείνους δε σνέρχουνταν απ΄τα ρακιά για να καν ντη δλεια τ΄ κι να παρηγουρηθεί λιγάκ η καημέν. Είδει κι απουείδει λοιπόν κι άφνει που κει που ντουν γείτουνα να κάν αυτό απ΄δεν έκανει ου άντρας τσ’.

Μόλις ντουν έβλειπει να μπρουμτιάζειτει κι να ρουχαλουμαχεί, έβαζει ντ’ γκαζόλαμπα στου παραθύρ’ ,άφνει κι ντ’ πόρτα ατρακάζουτ’ κι να ου γείτουνας. Έμπεινει έκανει ντη δλειά τ’ κι κανένας δεν ντουν έπειρνει χαμπάρ.

Αυτός ήταν ου κατβαϊλάς. Έμπεινει , έβγεινει στα κρυφά, σα ντου γάτου απ΄ ντουν κατβάιλα.

Δημοσιεύθηκε την
Κατηγοριοποιημένα ως Διηγήσεις

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *