Ένα προυί κατά τσ΄έξ ,χαραΐ-χαραΐ ,σνάχκει κόσμους πουλύς στη στάσ, να πάρειν του λιουφουρείου να τσ΄πάει ζντουν Πρίνου να πάρειν του φέρι μποτ να παν ζγκαβάλα. Πουλλοί απ΄πιριμέναν ήταν “ψισνοί” δηλαδή απ΄τα ρακιά κι τα διουλιά πήγαν κατιυτείαν στη στάσ΄. Βρουκουκουπούσαν ρακί ,τσίκνα κι ίδρου. Μ τα πουλλά ΄’ιρτει κι του λιουφουρείου κι μπάιναν ένας ένας μι τ΄σειρά.
Εικεί απ΄δεν του πιριμέναν γυρνά ένας κι λέει νιυριασμένους σ΄αυτόν απ΄έρχουνταν απού πισου τ΄,έτοιμους να πιαστεί:
“Ι γκντα ,ρε?” κι ντου πιάν΄απ΄ντου γιακά.
Ου άλλούς δεν είχει όριξ΄ προυί-προυί ντου κατβάζ΄του χέρ΄κι ντουν απλουγιέτι:
¨Α, ρε σαψάλ, μι γντουν κι γκντω…”
κι μπήκαν μέσα….