Μαρίγια, λάσκει η κατσίκα;

Η  οικονομία της Θάσου ήταν αυτάρκης αγροτική-κτηνοτροφική. Οι άνθρωποι για αιώνες επιβίωναν με ό,τι τους παρείχε ο τόπος. Στο πλαίσιο αυτής της κοπιαστικής καθημερινότητας το  “λάσιμο” του κάθε οικιακού ζωντανού ήταν μια βασική διαδικασία.

Κάθε σπίτι είχε δύο-τρεις κατσίκες από τις οποίες έπαιρνε τα απαραίτητα γαλακτοκομικά προϊόντα και φυσικά τα γλυκύτατα κατσικάκια για το πασχαλιάτικο τραπέζι.

Για να λειτουργήσει αυτή η διαδικασία έπρεπε η κατσίκα να γονιμοποιηθεί και να κυοφορήσει. Όμως το κόστος της συντήρησης του τράγου ήταν δυσβάσταχτο για ένα και μόνο νοικοκυριό. Άσε που ο τράγος δεν θα έμενε με τίποτα ικανοποιημένος με τις δύο-τρεις κατσίκες που θα είχε στη διάθεση του.

Έτσι λοιπόν κάποιος συγχωριανός διατηρούσε έναν τράγο “ετοιμοπόλεμο” κι όταν η κατσίκα “θμούνταν” είχε οίστρο δηλαδή την μετέφεραν στο περιβάλλον του τράγου κι αυτός αναλάμβανε τα υπόλοιπα. Φυσικά με το αζημίωτο. Ο ιδιοκτήτης της κατσίκας θα έπρεπε να καταβάλει , το αντίτιμο το οποίο στα χρόνια τα δικά μου ήταν χρηματικό και συμφωνημένο από πριν.

Η κατσίκα έμενε με τον τράγο ένα- δύο μερόνυχτα μέχρι να μην τον δέχεται άλλο. Αυτό ήταν και το σημάδι πως η διαδικασία είχε επιτυχία. Σε περίπτωση που η κατσίκα πολύ σύντομα εμφάνιζε οίστρο ο ιδιοκτήτης του τράγου έπρεπε να τη δεχτεί χωρίς περαιτέρω  οικονομική επιβάρυνση του ιδιοκτήτη της κατσίκας.

Η όλη διαδικασία ονομαζόταν “λάσιμο” ή “λάσμου τσ΄ κατσίκας” στα θασίτικα.

Θυμάμαι λοιπόν τον παππού μου να ρωτάει τη γιαγιά μου (αφού αυτή ήταν  υπεύθυνη  για όλα τα σχετικά με τα οικόσιτα ζώα):

“Μαρίγια, λάσκει η κατσίκα;”

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *