Μια οικουγένεια έστλει του πιδί για γεν΄γιατρός. Απου μκρέλους φαίνουνταν απ΄ντουν έκουβει. Άμα έβρισκει κανέ ψόφιουν γάτου, κανέ μπουτκό ντουν άνγει να διει τι έχ μέσα. “Αυτός θα γεν γιατρός” έλιγαν μι καμάρ οι γουνεί τ΄….Μπουρεί να ήταν φτουχοί αλλά ντουν έκαναν γιατρό κι ήρτει η ώρα απ΄ πήρει του χαρτί κι ήρτει στου χουριό να διει τσ γουνεί τ΄ κι τ΄αδέρφια τ΄.
Ούλ ήταν ουλόχαρ. Η μάνα έσφαξει έναν πιτνό κι ειτοίμασει ένα τραπέζ σα να ήταν Πάσχα.
“Έλα γιόκαμ να πάμ΄στου κατώι να πάρουν λίγου κρασί. Σήμιρα εν γιουρτή” ντουν είπει η μάνα τ΄.
“Πάμε μητέρα” απλουγήθκει ικείνους.
Αυτός βαστούσει μι του ένα χερ΄του χουνί κι μι του άλλου του μπουκάλ κι η μάνα άνξει ντ΄κάνουλα να τρέξ του κρασί.
Ντ΄ν ώρα απ΄ γέμζει του μπουκάλ ικείν ντουν πιρχαίρουνταν έτσ απ΄μιγάλουσει μι τα κουστούμια τ΄ κουτζάμ γιατρός…..κι χουρίς να του καταλάβ΄ γέμσει του μπουκάλ κι του κρασί άρχισει να τρέχ όξου.
“Μήτηρ, ο οίνος ρέει” φώναξει ου γιατρός.
Η μάνα τ΄μες ζντ΄ν χαρά ντουν άκγει κι πιρίμινει να ντ΄πει κι άλλα.
“Μήτηρ, ο οίνος ρέει” ξαναείπει….
“Αχ γιόκα, μ΄ μι τα ιληνικούδια σ΄…” καμάρουνει η μάνα απ΄ου γιος μιλούσει πουλιτικά κι ας μη καταλάβινει γρι κι του κρασί ετριχει κι έκανει μια λάντα στα πουδάρια ντουν…..
“Μάνα του κρασί χύνιτει, κλείσ΄ ντ΄ κάνουλα!!!” τσίρξει ου γιατρός .
“Μαρέ να σι παρ΄ου διάλους τα κουλουκουμένας, γιατί δε μι του λές τόσην ώρα;………