Η παρακάτω ιστορία θέλει να καταδείξει την αντίθεση στο βιοτικό επίπεδο ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα και στον ανώτερο κλήρο κατά τους περασμένους αιώνες…
Σι μιά άκριγια τσ΄ πουλιτείας ου δισπότ΄ς έιχει κτισ του μέγαρου τ’. Μι τσ΄ υπιρέτις τ΄ ντ΄κούρσα τ’ κι τα πετραχήλια τ’ κι κάθει μέρα πιρνούσει απ΄όξου απού μιά παράγκα απ΄κάθουνταν μια οικουγένεια μι πέντι πιδιά. Ου άνθρουπους μιρουκαματιάρς , πότι έβρισκει δλεια πότι δεν έβρισκει. Η οικουγένεια τα έφιρνει δύσκουλα βόλτα.
Ου δισπότς είχει κι έναν σκύλου, κι πώς ντουν έιχει. Ντουν τάιζει του καλύτιρου κρέας κάθει μέρα. Μι λίγα λόγια ντουν είχει πουλύ καλουμαθμένου.
Ήρτει ου κιρός κι ου δισπότς έπριπει να πάει σι ένα συνέδριου στου ιξουτιρικό. Θα έπιρνει κι τσ’ υπιρέτεις μαζί τ΄. Θα έλπει κανένα μήνα. Πού θα άφνει ντουν σκύλου, σλουγιένταν.
“Ααααα, το βρήκα” φώναξε. “Θα τον αφήσω στους γείτονες. Μπορεί να έιναι φτωχοί άνθρωποι αλλά έιναι τίμιοι κι εργατικοί”. Παίρνει λοιπόν ντουν σκύλου κι χτυπά ντ΄ μπορτα τ΄γείτουνα τ΄.
Αυτός μόλις είδει κουτζάμ δισπότ ζντ’ μπόρτα τ΄ , σκιάχκει. Έσκυψει όμους κι ντουν φούλσει του χέρι τ΄. Ου δισπότς μπήκει κατιφτείαν στου θέμα:
“Αγαπητέ γείτονα, θα μου έκανες μεγάλη χάρη αν φρόντιζες το σκυλάκι μου για έναν μήνα περίπου, για όσο θα λείψω στο εξωτερικό για ένα συνέδριο. Να εδώ έχω κι ένα σακουλάκι με λίρες για να του αγοράζεις κάθε μέρα μοσχαρίσιο φιλέτο γιατί δεν τρώει τίποτα άλλο. Θα αναλάβεις αυτήν την υποχρέωση;”
Αλίμουνου, αλίμουνου , μι μιγάλ ευφχαρίστισ΄” απλουγίθκει ου άνθρουπους πήρει τσ΄ παράδεις κι ντουν ξαναφούλσει του χέρι τ΄.
Ου σκύλους εικέιν ντ’ μέρα ήταν χουρτασμένους κι είχει όριξ για πιχνίδια. Οι μκρλέλδεις ντουν κυνηγούσαν , ντουν έπιαναν τσ’ κυνηγούσει κι αυτός μέχρι απ’ σμουχρίγιασει κι του κόψαν ούλ δίπλά.
Ντ’ν άλλ’ μέρα χαραΐ-χαραΐ ου άνθρουπους πήγι στη δλειά τ’ κι κατά του μισμέρ’ γύρσει στου σπίτ΄ μι μιά σακούλα.”Τι μας κβάνσεις άντρα μ'” ντου ρώτσει η γναίκα. Ένα κιλό κριγιάς ,γναίκα, αλλά μη ξηρουγλείφισει , δεν εν για μας αλλά για ντου σκύλου.
Ου σκλαρέκους μόλις μύρσει του φαΐ τ’ άρχισαν να ντουν τρέχειν τα σάλια τ’.
Ου άνθρουπους πήγει σντ’ν παραστιά τράβξει καναδυό κάρνα , έβαλει κι μια σκάρα κι έρξεις απάν του κριγιάς.
Τι ήταν εικείνου….ούλου του σπίτ’ μουσκουβόλσει απ΄ντ’ τσίκνα. Οι μκρέλδεις λουλαθήκαν, ου σκύλους γαβγουμαχούσει κι ντη γναίκα ντ΄ πιταχτήκαν τα μάτια κι πόμνει να βλέπ’ του κρέας απ΄ψήνουνταν μι ανοιχτό ντου στόμα τς. Τα πιδιά καθίσαν γύρου απ΄ντου σουφρά κι πιριμέναν. Η μάνα ντουν τί να κάν’ ,τα έβαλει απού λίγου αλάδουτ’ φακή τα έδουκει κι απού ένα γουνιάδ κι τσ΄ λέει : “Φάτει του φαΐ σας. Του κριγιάς έν για ντου σκύλου τ’ δισπότ….”
Οι μκρέλδεις κατβάσαν τα μούτρα ντουν, αλλά τι να κάνεις; Δισπότς ήταν αυτός δισπουτικός κι ου σκύλους.
Ντ΄ ώρα απ΄γίνκει του κρέας κι πήγει ου άνθρουπους να του δώς’ ζντουν σκύλου βλέπ τα αδύνατα ,νησκά πιδιά τ’ να ντουν καραμανίζειν καλά καλά μι τα πνασμένα ντουν μάτια, βλέπ΄κι ντουν καλουθριμένου σκύλου να κνά ντ’ν ουρά τ’ κι λέει:
“Αυτό δε του θέλ΄ ούτι ου θειός ούτι ου διάουλους”.
Κι δίν’ του κριγιάς στα πιδιά τ’ κι ντ’ν αλάδουτ φακή ζντουν σκύλου……
Αυτό γίνουνταν κάθει μέρα κι ήρτει κι γυάλσει η πέτσα απ΄τσι μκρέλδεις.
Ου σκύλους ζντ’ν αρχή δεν έτρουγει τίπουτα όμους όταν ήρθει ου δισπότς να ντουν πάρ, ύστιρα απού κανέναν μήνα, ντουν φάνκει πουλύ παράξινου απ΄ ξηρουκατάπνει σι μιαν άκριγια μια κβάρα κρουμδόπιτσεις…..