Εικείνα τα χρόνια τα παλιά άμα ου άνθρουπους γιρνούσει κι δε μπορούσει να δλέψ ντου νοιάζουνταν τα πιδιά τ κια τα ιγγόνια τ’.
Απού κανένας απ΄δε παντρεύουνταν κι δεν είχει πιδιά, του χουργιό ντουν προυστάτιυει. Ένα πιάτου φαί, ένα γιατρουπόριμα, λίγου σμάζιμα μέχρι κι κανέ καλύβ ντου δίναν για να τη βγάλ….
Ήταν ένας όμους απ΄ ήταν πουλύ ντιμπέλς…Δεν έκανει τίπουτα στ’ ζουή τ’ απ’ ντ’ ντιμπιλιάτ’ .
Κάθει Κυριακή πήγηνει σντ’ αγκλησά κι στρώνουνταν σι μια άκριγια κι ζητιάνιβει. Οι χουριανοί ντουν έδιναν ό,τ’ μπουρούσι ου καθένας.
Μια φουρά ντ’ν ώρα απ΄σκόλασει η αγκλησά είχει γύρ’ απάν σντη πιζούλα κι βουγκουμαχούσει: “Πνωωωωωω, πνωωωωωω….”
Μια γριγιά βαστούσει ένα παξμάδ απού ικείνα απ΄μοιράζειν στα μνημόσνα. Του του έδουκει κι αυτός του καραμάνζει λίγου ξνιζμένους.
“Τι έχ’ μαρέ του παξμάδ κι του γλεπ΄σ καλά καλά; Άντι , λουκάνξει του να ντ΄ν μπαλώσ΄ς…..” ντουν είπει η γριγιά.
“Εμ κι ισύ μι έδουκεις αυτό του ξηρό πράμα; Δεν ξέρς απ΄του τρώου μουσκιμένου του παξμάδ;”
Η βρύση ήταν σντ΄ μπάντα τ’.
Απού τότι άμα θέλουμ να πούμ για ένα απ΄έν πουλύ ντιμπέλς λέμ:
“Αααα, αυτός μουσκιμένου του θέλ’ του παξμάδ….”