Πέφτω κάτω-σκοντάφτω: Δίνου κβάρα, κουτρουκιάζουμι, μπρουμτιάζουμι, δίνου γιουβαρλαμά.
Παράδειγμα: Μαρέ αξέβουσκι, ντιπ γκαβός είσει; Πήγεις κι έδουκεις κβάρα μέρα μισμέρ μες στ’ν ουμαλιά;
Κφόγουρνου: Ο ηλικιωμένος-η που ούτε βλέπει ούτε ακούει.
Κουρκουλούκ: Ο ηλικιωμένος-η που έχει αρχίσει να τα χάνει.
Αξέβουσκους: Αυτός που γυρνάει μόνος του χωρίς σκοπό αποκομένος από την ομάδα του (κοπάδι).
Αχνάρουτους: Αχώνευτος
Αλπανάβατους: Ζαρωμένος, μικροκαμωμένος.
Ντέλνουμι: Ασχολούμαι με κάτι.
Κουλουκαθιάσκα: Όταν από αδυναμία ή τραυματισμό καθηλώνομαι σε καθιστή θέση.
Μπουζτρουμάχκα: ΄’Οταν ένα ρεύμα αέρα μας προκάλει, σύγκρυο, ανατριχίλα.
Λαφρουζγιαζμένους: “Ελαφρύς” ,αφελής , ανόητος.
Κατβάιλας: Μια μικρή τρύπα πλάι στην πόρτα για να μπορεί να μπαίνει ο γάτος στο σπίτι και να κυνηγάει τα τρωκτικά.
Κατβαϊλάς: Ο χαμερπής , ο τιποτένιος αλλά και ο παράνομος εραστής.