Ντου κώλου βαζ’ς μάγειρα, σκατά φαΐ θα φας.
Μια φράση που λέγεται όταν αναθέτεις μια αποστολή σε κάποιον αναξιόπιστο.
Τα παλιά μπαλών΄ς, τα ράματα χαλνάς….
Όταν δεν αξίζει να ξοδεύεις χρόνο και χρήμα για να επισκευάζεις κάτι που έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της χρήσης του.
Κι η καλύβα θα καεί αλλά κι τσ‘ μπουτκιοί θα τσ‘ πάρ‘ ου διάουλους.
Όταν προβαίνουμε σε μια πράξη με ρίσκο και προκειμένου να πετύχουμε τον σκοπό μας κι αδιαφορούμε για τις συνέπειες.
Όποιους πνίκει του μιτάνιουσει.
Η παροιμία αυτή λέγεται όταν η επερχόμενη κακοκαιρία δεν ήταν τόσο δυνατή και δεν έβρεξε αρκετά….
Όταν τνάζαν την αχλάδα, όσοι τύχαν τόσοι φάγαν.
Όταν κάποιος ωφελείται συγκυριακά από κάποιο γεγονός.
Κανέναν γάδαρου θα λαμώσαν.
Η παραπάνω φράση λεγόταν όταν ο τόπος βίωνε παρατεταμένη ανομβρία. Για παράδειγμα: “Έχ’ να βρέξ’ τόσουν κιρό. κανέναν γάδαρου θα λαμώσαν (έθαψαν).
Όσο κι αν ρώτησα δεν πήρα απάντηση για το πώς μπορεί να συνδέεται το θάψιμο του γαϊδάρου με την ανομβρία…
Κι πιλέκα κι πιτίκα.
Όταν με το τσεκούρι πελεκάμε τον κορμό ενός πεύκου “φεύγειν πιλέκεις” δηλαδή αποσπώνται κομμάτια ξύλου. Από την άλλη η φλούδα του πεύκου ονομάζεται πιτίκ-πιτίκα. Είναι μαλακή, σε αντίθεση με το ξύλο και υπάρχει σαφές όριο μεταξύ ξύλου και φλούδας, πιτίκας και πιλέκας. Η παροιμία αυτή περιγράφει τον άνθρωπο που προκειμένου να ωφεληθεί ή για να αποφύγει τις συγκρούσεις παρουσιάζεται ως πελέκα αλλά κι ώς πιτίκα. Δηλαδή βρισκεται ταυτόχρονα και στη μία πλευρά και στην άλλη. Ο χαρακτηρισμός είναι σαφέστατα υποτιμητικός αφού αυτός στον οποίο απευθύνεται είναι διπρόσωπος και υποκριτής.
«Φιδ΄ να σι δαγκασ΄ για γάδαρους να σι γ@μ!σ΄»
Ότι και να συμβεί την πάτησες?..
Σύμφωνα με διηγήσεις της συγχωρεμένης γιαγιάς μου ήταν κάποτε ένας τεμπέλης αγρότης ο οποίος έβαζε την οικογένεια του να δουλεύει στα χωράφια κι αυτός καθόταν όλη μέρα στο χαγιάτι και έπινε ούζο. Το σπίτι όπου έμεναν ήταν σε άθλια κατάσταση. Η στέγη ιδιαίτερα κάθε που έβρεχε έτρεχε το νερό μέσα στο σπίτι σε τέτοιο βαθμό που ήταν αδύνατο να ζήσεις εκεί μέσα.
Μια μέρα λοιπόν τύφλα στο μεθύσι ο τεμπέλης αγρότης κοιτάει μια την ετοιμόρροπη στέγη του σπιτιού του και μια τα διψασμένα για νερό χωράφια του και λέει:
Άμα βρέξ΄ που θα πάμ κι αν δε βρέξ΄
τι θα κάνουμ?
Αυτοίν εν΄πιο πουλλοί κι απ’ τσ’ γαδάρ’.
Παροιμία που λεγόταν όταν ήθελαν να δείξουν πως κάποιοι υπήρχαν σε πολύ μεγάλη ποσότητα, προφανώς επειδή τα γαϊδουράκια στο Θεολόγο ήταν πάρα πολλά και μόνο η σύγκριση μ’ αυτά μπορούσε να κάνει κατανοητό το πλήθος κάποιου αντικειμένου.
Για παράδειγμα:
Στου Θιολόγου οι μπακάλδις εν΄πιο πουλλοί κι απ’ τσ’ γαδάρ….
Περς ψόφσι φέτου βρόμσι.
Λέγεται όταν κάποιος σκαλίζει παλιές υποθέσεις ή γκρινιάζει για κάτι που έγινε στο μακρινό παρελθόν.
Του προυί ντου ψουφά του μισμέρ ντου βρουμά.
Η παραπάνω παροιμία αναφέρεται στη μεγάλη διαφορά θερμοκρασίας που υπάρχει μέσα στη μέρα κατά τον μήνα Μάρτιο. Το πρωί κάνει τόσο κρύο που κάποιος μπορεί να πεθάνει από αυτό ενώ έως το μεσημέρι η θερμοκρασία έχει ανέβει τόσο ώστε να βρωμίσει ο νεκρός από την ζέστη……
Άλλους ψχουμαχεί κι άλλους καυλουμαχεί……
Η παραπάνω παροιμία λέγεται όπως είναι προφανές όταν θέλει να καταδείξει την διαφορά στην διάθεση αλλά και κατάσταση που μπορεί να βρίσκονται δύο άνθρωποι, ιδιαίτερα όταν αυτός που περνάει καλά δεν έχει καμιά κατανόηση γι αυτόν που βασανίζεται…
Σα μι βρήκις ουρφανή μια στου κwλ0υ δυο στου μn!.
Όπως είναι προφανές η παροιμία αυτή λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας και κάποιος άλλος τον εκμεταλλεύεται.
Η βρουχή κι ου θάνατους παρακάλια δε θέλειν.
Η βροχή μπορεί να καθυστερήσει να έρθει αλλά όταν έρθει μπορεί να τα παρασύρει όλα κι από ευλογία να γίνει κατάρα. Έτσι κι ο θάνατος : Παρακαλούσε ο γέρος τον Θεό να τον “πάρει” να μξην υποφέρει άλλο όταν όμως έπεσε το “θανατικό” πέθαναν νέοι, πέθαναν παιδιά κι ο γέρος μονολόγησε την παραπάνω παροιμία….
Η γνωμ΄ τουν πουλλών κάν’ τουν άνθρουπου λουλόν.
Όταν κάποιος ακούει πολλές γνώμες μπορεί στο τέλος να τρελαθεί…
Του καλουκαίρ του τρουβάς, του χμώνα τουν αμπάς.
Μια παροιμία που θέλει να καταδείιξει πως σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχουμε τον κατάλληλο εξοπλισμό. Έτσι το καλοκαίρι είναι απαραίτητο ο “Τρουβάς” (μία τσάντα από γίδινη τρίχα) όπου ο καθένας είχε μέσα τα απαραίτητα, ενώ τον χειμώνα ήταν απαραίτητος ο “αμπάς” (μία μάλλινη κάπα υφασμένη στον αργαλειό) για να ανταπεξέρθει ο ξωμάχος στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Oυ γέρους κι αν στουλίζιτι στουν ανήφουρου γνουρίζιτι.
Είναι προφανής η σημασία αυτής της παροιμίας η οποία φυσικά στιγματίζει την ματαιοδοξία κάποιων ηλικιωμένων που προσπαθούν να φαίνονται νέοι όμως όταν χρειαστεί να καταβάλουν σωματική προσπάθεια τα χρόνια δεν κρύβονται.
Πάρι τουν άνθρουπου, διε τουν τόπου.
Κάθε τόπος που κατοικείται είναι περιποιημένος και φροντισμένος. Όταν ο άνθρωπος εκλείψει ο τόπος ρημάζει…
Άμα πιανς την πέτρα, τα στιρνά σου μέτρα…!
Ο Θεολόγος είναι χτισμένος σε πλαγιά κι ως εκ τούτου οι ανηφόρες και οι κατηφόρες δυσκολεύουν τις μετακινήσεις των ηλικιωμένων. Όταν λοιπόν στηρίζονται στις πεζούλες για να πάρουν μια ανάσα, αλλά και για να μην χάσουν την ισορροπία τους, τότε οι μέρες τους σ΄αυτόν τον κόσμο είναι μετρημένες.
Άμα σι χέσου κι να σι σκουπίσου πάλι θα βρουμάς…!
Αν μαλώσουμε και πούμε άσχημες κουβέντες (“χέσιμο”) και να τα βρούμε στην συνέχεια η πίκρα (βρόμα) δε χάνεται.
Όποιους βρίσκει κι πουρεύιτει, τύφλα να’χ να παντρεύιτει.
Ποιος ο λόγος κάποιος να επωμισθεί τις ευθύνες ενός γάμου όταν σεξουαλικά είναι καλυμμένος; Όμως αυτή η παροιμία ταιριάζει και σε κάθε περίπτωση που κάνουμε την δουλειά μας με ευκολία και με πλάγιο τρόπο αντί να επιλέξουμε τον έντιμο μα και απαιτητικό δρόμο.
Τα θκά μας εν καρύδια κι βρουντούν, τα θκά ντουν εν σύκα κι ζουλούν.
Έλεγε την παροιμία αυτή μια γιαγιά με παράπονο, εννοώντας πως ο κόσμος κουτσομπολεύει την οικογένεια της με υπερβολικό τρόπο και γίνεται μεγάλη φασαρία, ενώ τα δικά τους “καμώματα” περνάνε απαρατήρητα.
Ου νησκός καρβέλια ουνειρεύιτει..
Σε κάθε περίπτωση που επιθυμούμε να έχουμε αυτό που μας λείπει.
Σήκου ντου μάνταλου, πάρ’ ντ’ σακούλα.
Στα θεολογίτικα: “Πάρε τ’ αrch!di@ μου.
Άμα ου άνθρουπους γιράσ΄ , έναν κούκου να αγουράσ΄!
Ρώτησα κάποτε έναν ηλικιωμένο για τη σημασία αυτής της παροιμίας αφού δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει κι εκείνος μου απάντησε ξεκάθαρα και με ετοιμότητα: Πιδί μ΄άμα γιράσ ου άνθρουπους δεν ντου γκαν΄ “ΚΟΥΚΟΥ” ντιπ . Γι΄αυτό μουνάχα ου κούκους, του πλι, θα μπουρεί να κάν΄κου κου. Αντιλήφθηκα λοιπόν πως η συγκεκριμένη παροιμία αναφέρεται και διακωμωδεί την σεξουαλική δυσλειτουργία των ηλικκιωμένων.
Ντου χ’μωνα ντου ντρουβας κι του καλουκαιρ’ ντουν αμπασ’
Γιατι τον χειμωνα εισαι καλα ντυμενος αλλα δεν ξερεις ποσο χρονο θα χρειαστη μεχρι να μπορεσεις να πας σπιτι (μι τα πουδαρια απ’ τα Καρτσιλια θελσ’ μια μερα μι καλο κιρο .Αμα χιουνης τι κανς?).
Ενω το καλοκαιρι ο,τι μπορα και να κανει θα ειναι βραχυχρονη αλλα στο μεταξυ μπορει να αρπαξης σοβαρο κρυωμα. Οποτε καλο ειναι να’χεις καπα
Κwλους που δε φαίνιτι, κwλους δε λουγιέτι.
Βγήκαν οι κώλ’, μπαταλιάραν τα μνια
Όντα, όντα, μπιρ τσανάκα
Παλιός γάδαρους, κινούργια πουρπατσά;
Μαύρη ρόγα, μαύρη κάπα και καλτσούν’ δεν έχου κα.