Ου Γιάνς έπαθει μιγάλου χνερ’….

Προυτού πουλύ κιρό , δε θμούμει πόσου άκσα στου καφινείου αυτήν ντ΄ν ιστουρία απ΄θα σας πω:

Ου Γιανς δούλιυει στου δασαρχείου. Σκώνουνταν του προυί κι απ, ντ’ν πλατεία τ΄χουργιού αυτόν κι τσ΄αλλ΄ τσ΄ ιργάτις τσ΄ ίπιρνει του φουρτηγό κι τσ πίγηνει στου βνο. Εικεί ντέλνουνταν ουλ΄ ντ΄ν μιριά. Έκουβαν πεφκ, πρινιές κι ξανοίγαν τσ’ κουμοί. Κατά του μισμέρ απ’ έπιανει του κάμα τρώγαν μια κματιά κι πέφταν σι κανέναν ίσκιου να ντουν πάρειν καμιά ώρα κι ύστιρα να πιάσειν πάλι μέχρι να έρτ η ώρα να σκουλάσειν. Πέρασει κι ικείν η μέρα κι τσ΄φώναξει ου ιπιστάτς να σμαζεύειν για να κνίσειν για του χουργιό…. Λίγου προυτού ανέβειν στου φουρτηγό ου Γιανς θμήθκει να πάει να κατρείς για να μη σφίγγιτει έτσ απ΄θα κνά του φουρτηγό κι ντουν φύγειν… Πάει ικεί σι μια άκριγια να μη ντουν βλέπειν κι ντ΄ν μουλέρνει. Ικεί δίπλα όμους είχει μια σφηγκουφουλιά κι ντ’ν ώρα απ’ ντ΄ν τίναζει πάει μια σφήγκα κι του πατά μια απάν στου πράμα τ’. Ου Γιανς τσιρουμαχούσει απ’ ντουν πόνου , κι έτριχει κατά του αυτουκίνητου μι του πράμα τ’ να κρέμιτει κι να κνά τα χέργια τ’. Οι οι άλλ΄ οι ιργάτεις σαστίσαν κι δεν ξέραν τι να κάνειν…. Μι τα πουλά ντου βάλαν στου φουρτηγό μι του πράμα τ’ να κρέμιτει όξου απ΄του παντιλόν κατακόκκινου κι πρησμένου κι αυτός να βουγκουμαχεί….”Αχχχχχ, τι κακό μι βρήκει…καμιά απ΄ντ’ν γέλασα θα μι καταράσκει…”

Μι του που φτάσαν στου χουργιό ειδουποιήσαν ντη γναίκαν, πήραν του τρίκυκλου (τότει ταξά δεν είχει κι τα τρίκυκλα σι πηγαίναν οπ΄ήθιλεις άμα ήταν αναγκ’) κι ντουν πήγαν στουν Παπαγηργούδ στα Λμινάρια. Αυτός σα γιατρός απ΄ ήταν, έκανει ντη δλειά τ΄, ντουν έβαλει ινέσεις κι ντουν είπει απ΄θα γιαν’ αλλά θέλ’ τσ’ μερεις τ’.

Ξαναμπάινειν στου τρίκυκλου να παν στου χουργιό κι ουλ ντ΄ν ώρα ου Γιάνς είχει του πράμα να κρέμιτει όξου απ΄του παντιλόν κι να βουγκουμαχεί….

Η γναίκα μιά έβλιπει ντουν Γιάν΄μια του πράμμα κι ντουν ρουτά:

“Πώς είσει Γιάν;”

“Δε βλέπς γναίκα κι πρήσκει κι πουνώ πουλύ…”

Τότει η γναίκα απ΄είχει ντουν καμό τ’ς ανοίγ΄ τα χέργια τ΄ς , κάν’ ντουν σταυρό τ΄ς κι λέει:

Αχ, Παναγία μ’ κάνει να φύγ’ ου πόνους κι να πουμείν του πρήξμου……!”

Τι μας μαθαίν’ αυτήν η ιστουρία:

Του πράμα σ’ δεν πρέπ΄ να προυσέχ΄ς μουναχά πού του βάιζ’ς αλλά κι πού του βγάιζ’ς!