Ου Γιορς κι του αυτουκίνητου.
Έχου έναν φίλου καλό, ντουν Γιορ, απ΄έπαθει πριν απού λιγου κιρό μιγάλ ζημιά. Αυτός γένκι μιγάλους κι τρανός. Πήρει πτυχία, γίνκει κι δόκτουρας . Έγραψει κι βιβλία. Συνέχεια ντουν φουνάζειν σι συνέδρια να πει ντου λόγουτ. Ντουν κμοίζειν , ντουν ταΐζειν, κάτ’ ψαρίνεις νααα, κι ούλα τζάμπα. Μιγάλους κι τρανός σας λέου, ιγώ ντουν καμαρώνου. Αλλά έχ΄ένα κουσούρ: Μη ντουν βάλς να σι καν καμιά δλεια απ΄πρέπ να βιδώς να ξιβιδώς καμιά βίδα. Όχ ότι δεν πιάνειν τα χέργια τ΄αλλά απ του διάβασμα δεν έχ κιρό για τέτοια….
Αυτός, λοιπόν, για στη δλειατ θα έν για στου γραφείου τ’ μανταλουμένους κι θα γράφ’ κι θα διαβάζ’. Η γναίκα τ’ ούλου ντουν γκρίνιαζ’ : «Γιώργο μου, πόσον καιρό έχουμε να βγούμε μια βόλτα; Κάνε ένα διάλειμμα με τις υποχρεώσεις σου ,να ξεσκάσουμε λιγάκι».
Αυτός ντ΄ν απλουγήθκει : «Έννοια σου , γυναίκα, αύριο τελειώνω το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς που επείγει και σου υπόσχομαι να πάμε στην Κερκίνη να φάμε καμιά βουβαλίσια μπριζόλα και να απολαύσουμε την φύση». Αυτήν ντουν κούνσει του κιφάλ μι ευχαρίστης΄ κι άρχισει απου σήμιρα να ειτοιμάζιτει. Γιατι η γναίκεις αν εν’ να βγούν απ΄του σπιτ΄ θελειν ντ΄ν ώρα ντουν.
Ντ΄ν άλλ΄μέρα σκουθήκαν χαραΐ-χαραΐ. Αυτήν άρχισει να βάφιτει κι να στουλίζιτει κι ου Γιορς πήγει να διει του αυτουκίνητου. Είδει τα λάδια, καλά ήταν, είδει τα λάστιχα, σαν να ντου φανήκαν λίγου ξιφούσκουτα, θα τα φουσκώσου στου βιζινάδκου σκέφκει, μια φουρά φούιτ δεν είχαν. Ντ’ν ώρα απ΄πήγηνει να κλεισ’ του καπό, να να ντουν φάνκει απ΄του ψυγείου θέλ λίγου αντιψυκτικό. «Ας συμπληρώσω λίγο ,σκέφτηκε, κάπου εδώ είχα ένα μπουκάλι παραφλού» Βρήκει του παραφλού , έβγαλει ντ΄ν τάπα κι άρχισει να βάζ’. «Θα βάλω λίγο παραπάνω, μονολόγησε, κακό δεν κάνει».
Εικείν ντ’ν ώρα κατέφκει κι η γναίκα τ’ κι κνίσαν μες σντ΄χαρά μι τα σάλια ντουν να τρεέχειν σα σλουγιένταν τα΄μπριζουλούκλεις απ΄τσ’ πιριμέναν. Σταματήσαν κι σ΄ένα βιζανάδκου, έβαλει βιβζίν’ κι αέριου, φούσκουσει κι τα λάστιχα κι του δώκαν δρόμου χουρίς να ξέρειν τι τσ’ πιριμέν….
Δεν πέρασει μση ώρα κι κατ δε πίγεινει καλά μι του αυτουκίκητου. Η θιρμουκρασία είχει ανειβεί λιγάκ’ κι έκανει χρρρ…..φσς κι μέχρι να του καλουσκιφτεί ακούσκει μια έκρηξ’ γέμσει του αυτουκίνητου ανιχνάδεις , κι βρουμουκουπούσει βιζήν. Η γναικα τ΄τσιρουμαχούσει, αυτός κατέβαζει καντήλια κι πιταχτήκαν όξου γλήγουρα γλήγουρα να γλιτώσειν. Ήρτει η ουδική βουήθεια του φόρτουσει,πήραν ταξί να γυρίσειν στου σπίτ. Η βόλτα τσι βγήκει απ΄ντ’ν μύτ.
Ντ΄ν ώρα απ΄γυρίζαν στου σπίτ΄σαν κατ΄να πέρασει απ΄του μυαλό τ΄κι είπει: «Γυναίκα πριν φύγουμε συμπλήρωσα παραφλού στο ψυγείο και μόλις τώρα θυμήθηκα πως στο μπουκάλι δεν είχα παραφλού αλλά βενζίνη…..!!!!!»Αυτήν ντουν έβλιπει μ΄κι ντουν άκγει μι του στόμα ανοιχτό γιατί δεν είχει ιδέα ντ’ν έλιγει αλλά ου Γιόρς κατάλαβει: «Ντ΄ν έκανα ντ’ν λαφράδα….»
Όταν γυρίσαν στου σπίτ’ είχει μισμιργιάς’ κι πνάσαν. Φάγαν ντ’ ψισνή ντ’ φασουλάδα, δαγκαμέν΄όσου σκέφτουνταν τσ’ βουβαλίσεις τσ’ μπριζουλούκλεις να αχνίζειν μουσκουβουλστές…..
Στου συνειργείου καταλάβαν τι γίνκει, ξιπλύναν του ψυγείου αλλάξαν του παραφλού κι του καλουριφέρ απ΄είχει σκάσ’ κι ντουν ειδουποιήσαν να πάει να του πάρ…..Η βόλτα σντ΄ν Κιρκίν ντου βγήκει ξνη κι αλμυρή αφού η ζημιά δεν ήταν φτνή.
Αλλά τα βάσανα τ’ δεν τιλείουσαν. Του αυτουκίνητου βρουμουκουπούσει βινζίν κι μούχλα. Ου μάστουρας ντουν είπει να του αφής, στουν ήλιου μι τα παραθύρια ανοιχτά να στειγνώσ’ κι να ξυμιρίσ’.
Έτς κι έκανει. Αμ έλα που όποιυς ντουν ήξιρει ντου έπιρνει τηλέφουνου ή χτυπούσει τα κδούνια να ντουν λέν απ΄ξέχασει του αυτουκίνητου ανοιχτό. Ντουν είχει ανειβεί η πιησ’ απ΄δεν ντουν αφήναν στν΄ν ησυχία τ’ κι στουν καμό τ’.
Κι σα να μην έφτανει αυτό ντ΄ν άλλη μέρα έρχειτει ου γιος λαχανιασμένους κι ντου λέει: ¨Μπάμπά τρέχα, τρεις αστυνομικοί έχουν περικυκλώσει το αυτοκίνητο με τα όπλα παρατεταμένα και με το δάχτυλο στη σκανδάλη και το κοιτούν με ερευνητικό βλέμμα». Βγαίν, στου μπαλκόν μι του σώβρακου κι τσ’ φουνάζ΄:»Τι έγινε ρε παιδιά και κοιτάτε το αυτοκίνητο μου;»
Εκείνοι απάντησαν με τόνο επιτακτικό: «Δικό σας είναι το αυτοκίνητο κύριε;» «Ναι!!!» «Για κατεβείτε γρήγορα με την ταυτότητα σας και την άδεια κυκλοφορίας…!»
Σαστιζμένους όπους ήταν , ντύθκει γλήγουρα γλήγουρα, στραβουκούμπουσει κι του πκάμσουτ κι κατέφκει να μιλής σντ’ν αστυνουμία. Αφού τσ’ είπει τι γίνκει, αυτοίν βάλαν τα γέλια κι ντουν ειξηγήσαν πως κάποιους τσ’ πήρει τηλέφουνου απ΄έχ για μέρεις ένα αυτούκίνητου ανοιχτό κι παρατμένου σι μια ουμαλιά κι σκέφκει ου αξιουματικός μπας κι ήταν κλιμμένου του είχαν παρατείσ΄ τίπουτα κλέφτεις μιτά απού καμιά κλιψά…..
Ντουν χιρητήσαν κι του δώκαν δρόμου κι αυτός πόμνει δαγκαμένους να σλουγιέτει: «Τι θα με βρει ακόμα με αυτό το αυτοκίνητο….!
Αυτό απ΄έπαθει ου φίλους σι’μ’ ου Γιόρς βγάζ’ ένα δίδαγμα:
Άμα στα μπουκάλια βάιζ’ς άλλου πράμα απού αυτό απ’ έιχαν σντ’ν αρχή καλό εν να γραφ΄ς απ΄όξου τι έβαλεις……