Ου ιπιθιουρητής.

Η παρακάτω ιστορία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και τα πρόσωπα που περιγράφονται δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Ήταν λιγάκ προυτού του Πάσχα. Ου δάσκαλους μας ου κυρ-Αντρέας μας φαίνουνταν λιγάκ νιβρικός, ανήσυχους. Μας πλάκουνι στα μπάτσεις εικεί απ’ δε του πιριμέναμ…. Ένα προυί μας λέει: «Αύριο θα μας επισκεφτεί ο κύριος επιθεωρητής. Το καλό που σας θέλω να είστε προσεκτικοί να μην έχουμε φασαρίες και κανενός είδους προβλήματα. Ο τάδε, ο τάδε και η τάδε ( τους είπε με τα ονόματα τους) θα το βουλώσουν και δεν θα σηκώσουν το χέρι τους σε καμία περίπτωση αφού όποτε μιλάτε κοτσάνες αμολάτε. Οι υπόλοιποι να είστε προσεκτικοί και να εντυπωσιάσετε τον κύριο επιθεωρητή κι αν όλα πάνε καλά την άλλη μέρα έχει εκδρομή, αν όμως τα κάνετε θάλασσα αλίμονο σας…» μας είπει κι χτύπσει του κδούν για να βγούμ στν αυλή για διάλειμμα.
Ειμείς εικείνου του διάλειμμα ήμασταν ζαρουμέν. Ούτι στα δέντρα ανιβήκαμ , ούτι μπάλα παίξαμ ούτι κι κανένας πλακώθκι στου ξύλου μι κανέναν.
Τ’ τιλιφτάια τ’ φουρα απ’ ήρτει ου ιπιθιουρητής ήταν τότι απ ανξει του κιφάλ τ’ Τάκη αφού έφαγει έναν βράχου που ου Γιορς τς’ Κατίνγκους πέταξει για να πιτύχ έναν γάτου…κι μι τα τραύματα κι του ξύλου μάθημα δε κάναμ. Θμούμασταν όμους ντου δάσκαλου μας να φουρά του κουστούμι τ’ κι ντ’ γραβάτα τ’. Κι όταν σκουλάσαμ πήγει μαζί μι τουν ιπιθιουρητή στουν γκαφινέ να φαν κι να πιουν κανέ ρακί. Όμους ου δάσκαλους μας ήταν πουλύ σουβαρός κι δε μικλούσει ντιπ. Τ’ν άλλ´ τ’ μέρα δεν ήταν στα καλά τ’…..Αυτός ου ιπιθιουρητής δν ίρχουνταν για καλό….
Προυί προυί πήγει ο δάσκαλους στου σκουλειό. Ουλ τ’ νυχτιά νύπνους δεν ντουν έπιανει. Η Σουτήρου τ’ Γιορ’ τ’ Βέργ’ μας είπει απ’ ντουν άκγει να ανειβουκτβαίν ντη σκάλα κι χαραϊ χαραϊ κίνσει να πάει στη δλιάτ.
Ειμείς μόλις ντουν είδαμ καταλάβαμ’ τα ζόρια τ’. Φρισκουξυρσμένους, μι τα κουστούμια τ’, τ’ γραβάτα τ’ κι τα σκαρπίνια τ’, ήταν σα γαμπρός.
Του σκουλειό μουσκουβουλούσει ασβέστ’. Ούλα ήταν καθαρά, τα βάζα γιμάτα λουλούδια κι ειμείς ούλ καλουντυμέν λες κι ήταν Πάσκα.
Ήρτει η ώρα απ’ έφτασει του λουφουρείου κι ειμείς παραταγμέν στ´πλατεία ντου κβανήσαμ λουλούδια κι ντουν είπαμ κι τραγούδια.
Μι τα πουλλά μπήκακ στ´τάξ. Καταπόδ κι ου ιπιθιουρητής. Κουρδουμένους μι τ´μουστάκα τ´στριμέν, άρχισει να μας μιλά. Ειμείς βούβα. Ου δάσκαλους πήγει κατ’ να πει αλλά ου ιπιθιουρητής δε ντουν άφσει. Άρχισει να μας μιλά κι να κνα τα χέρια τ’. Ντουν φεύγαν κι τα σάλιατ. Ειμείς δε καταλαβαίναμ κι πουλά απ’ αυτά απ’ ίλιγε. Βλέπς μιλούσει στα πουλιτικά. Ου κυρ-Αντρέας ουλ τ’ν ώρα ήταν ζαρουμένους σι μια άκριγια.
Εικεί απ’ δεν του πιριμέναμ’ μας λέει ου ιπιθιουρητής: «Και τώρα θέλω να δω τι ξέρετε». Άρπαξει μια φουτουγραφία, απ´αυτές απ’ έιχαμ για τ’ Φυσική Ιστουρία κι μας τ’ν άρνιβει.
«Έδώ βλέπετε ένα από τα ζώα του δάσους, τον σκίουρο. Ποιος μπορεί να μας πει μερικά πράγματα για την ζωή του και τις συνήθειες του».
Βλέπ´ σασδουνά, βλεπ σακεινά κανένα χερ σκουμένου. Σι μια άκριγια
μουνάχα ου Δμήτρης τσ’ Μαρίγιας , «κατβαρχίδα» ντου φουνάζαμ’, σκών’ του χέρι τ ‘, του κνούσει κι φώναζει κυρ, κυρ, κυρ . Ου δάσκαλους ντουν ήρτει λιγουθιμιά μι του που είδει ντου Δμήτρη να θέλ’ να μιλής….Τι νουήματα, τι χειρουνουμίεις ντουν έκανει να του βουλώσ’ κι να μη σκών’ του χέρι τ’ αυτός τίπουτα. Ου ιπιθιουρητής ντουν είπει: “Βλέπω παιδί μου πως τα ξέρεις πολύ καλά για να θέλεις τόσο πολύ να πάρεις τον λόγο, εμπρός λοιπόν λέγε:”

Ου Δμήτρης ούλου καμάρ άρχισει να μιλά:
“Του σκιουράκ’ ζει στα βνα απάν στα δέντρα. Κάν τ’ φουλιά τ’ σι όποια κφαλάδα βρει κι του έχ’ βάλ’ σκουπό να τ’ γιμίσ’ καρύδια κι βαλάνια. Πδα απού λουμάκ΄σι λουμάκ’ κι όταν μαζέψ πουλλά καρύδια κι δε χουρούν στ΄φουλιά τ’, κατβαίν’ καταεί ανοίγ’ έναν λάκου κι τα λαμών’. Ειπειδή πουλλές φουρές ξιχνά πού τα λάμουσει, αυτά φτρώνειν κι έτσ΄γέμσει ου τόπους καρυές. Κι σαπέρα σαπέρα, ύστιρα απού κανέ καθόρ κανέ αΪρίδ μας στέλνει η μανά μας να μαζέψουμ κανέ καρύδ να μας καν’ κανέ χαλβά κανά σαραγλί….”
Ου ιπιθιουρητής ντουν άκγει μι ανοιχτό ντου στόμα τ’. “Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Σε τι γλώσσα μιλάς;” Ντου Δμήτρη ντου κατβήκαν τ΄αυτιά εκεί που πειρίμινει να ακούσ’ μπράβου ντου μαλώνειν κιόλα. Ου κυρ-Αντρέας ήθιλει να ανοίξ η γη να τουν καταπιεί.
“Απαράδεκτο, απαράδεκτο” συνέχισε o επιθεωρητής “Το κράτος πληρώνει δασκάλους και συντηρεί σχολεία για να μαθαίνετε ελληνικά. Eσείς κύριε ( λέει στουν κυρ-Αντρέα) φαίνεται πως αποτύχατε στο έργο σας δεν είναι δυνατό μαθητές ελληνικού σχολείου να εκφράζονται με αυτόν τον τρόπό. Σας περιμένω στο γραφείο για τα περαιτέρω ” είπει κι έκλεισει τ’ μπόρτα μι τόσιν δύναμ’ που παραλίγου να τ΄πάρ’ μαζί τ’.
Ου δάσκαλους μας έπισει σι μια καρέκλα κι βουγκουμαχούσει.
«Κάηκα, καταστράφηκα….είπε και βγήκε από την πόρτα» κι τότι καταλάβαμ πως τα πράματα εν’ σουγλιρά για ντουν δάσκαλου μας….
Αυτός ου ιπιθιουρητής δεν ήρτει για καλό…..!

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *